Μπέρεν και Λούθιεν

Μπέρεν


Από τις ιστορίες της λύπης και της καταστροφής που φτάνουν ως εμάς από κείνες τις μέρες υπάρχουν και μερικές που ανάμεσα στους θρήνους υπάρχει χαρά και κάτω από την σκιά του θανάτου φώς που διατηρείται. Και από αυτές τις ιστορίες η πιο ωραία στ'αφτιά των Ξωτικών εξακολουθεί να είναι η ιστορία του Μπέρεν και της Λούθιεν. Από την ζωή τους έγινε η Ωδή της Λεϊθιαν, της Απαλλαγής από τα Δεσμά, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη από τις ωδές που αναφέρονται στον αρχαίο κόσμο. Εδώ η διήγηση εξιστορείται με λιγότερα λόγια και χωρίς μουσική.


Ο Άρχοντας της Σκιάς, Μόργκοθ, καταδίωκε έναν από τους τελευταίους μαχητές του Ντορθόνιον. Αρχηγός των παράνομων Ανθρώπων ήταν ο Μπαραχίρ. Εκείνος και οι δώδεκα σύντροφοί του βρήκαν φρικτό θάνατο από μια ομάδα Όρκ μετά από μη θελημένη προδοσία. Ένας έλειπε από την νυχτερινή σφαγή, ο γυιός του Μπαραχίρ, ο Μπέρεν. Εκείνος βρισκόταν μακριά, γιατί ο πατέρας του τον είχε στείλει να κατασκοπεύσει τον εχθρό. Εκείνη την νύχτα, αφού ξάπλωσε να κοιμηθεί εξαντλημένος, ήρθε στο όνειρο του δολοφονημένος ο Γκόρλιμ, ο μοιραίος προδότης. Ο Γκόρλιμ τον ενημέρωσε για την προδοσία του και για τον άγριο θάνατο του και του είπε να βιαστεί να ειδοποιήσει τον πατέρα του.

Τότε ο Μπέρεν ξύπνησε και άρχισε να τρέχει μέσα στη νύχτα κι έφτασε το δεύτερο πρωϊνό στο λημέρι των συντρόφων του. Εκεί ο Μπέρεν είδε τα άψυχα κορμιά του πατέρα του και των δώδεκα συντρόφων. Έθαψε τα κόκαλα του πατέρα του και ύψωσε έναν τύμβο από πέτρες και εκεί έδωσε όρκο εκδίκησης. Για αυτό πρώτα κυνήγησε τους Όρκ και βρήκε τον καταυλισμό τους το βράδυ στην Πηγή του Ρίβιλ, πάνω από το Βάλτο του Σέρεχ, και επειδή ήξερε καλά τα δάση, μπόρεσε κι έφτασε χωρίς να τον πάρουν είδηση κοντά στην φωτιά τους. Εκεί ο αρχηγός των Όρκ, υπερηφανευόταν για τα κατορθώματά του και σήκωσε το χέρι του Μπαραχίρ, που το είχε κόψει, σαν απόδειξη στον Σάουρον ότι η αποστολή τους είχε εκτελεστεί και το δαχτυλίδι του Φέλαγκουντ, του Ξωτικού, ήταν σ'εκείνο το χέρι. Τότε ο Μπέρεν όρμησε πίσω από το βράχο, σκότωσε τον αρχηγό, παίρνοντας το δαχτυλίδι και ξέφυγε γιατί τον προστάτευε η μοίρα.

Από τότε, για τέσσερα χρόνια και περισσότερο, ο Μπέρεν εξακολουθούσε να πλανιέται στο Ντορθόνιον, ένας μοναχικός παράνομος. Αλλά έγινε φίλος των ζώων και των πουλιών και αυτά τον βοηθούσαν και δεν τον πρόδιδαν, και από τότε δεν έφαγε κρέας ούτε σκότωσε ζωντανό πλάσμα που δεν ήταν στην υπηρεσία του Μόργκοθ. Το θάνατο δεν τον φοβόταν, μόνο την αιχμαλωσία, και επειδή ήταν τολμηρός κι απελπισμένος, τα γλίτωσε και τα δύο, και το θάνατο και τα δεσμά. Και τα κατορθώματα της μοναχικής τόλμης που κατάφερε, κυκλοφόρησαν παντού σε όλο το Μπελέριαντ κι έφτασαν κι ως το Ντόριαθ. Τέλος, ο Μόργκοθ τον επικήρυξε το ίδιο όσο έδινε και για το κεφάλι του Φίνγκον, του Υψηλού Βασιλέα των Νόλντορ. Αλλά οι Όρκ το'βαζαν στα πόδια όταν άκουγαν φήμες ότι πλησίαζε. Γι'αυτό ένας ολόκληρος στρατός ξεκίνησε εναντίον του κάτω από τις διαταγές του Σάουρον. Και ο Σάουρον έφερε τους λυκανθώπους, άγρια ζώα που μέσα τους κατοικούσαν τρομερά πνεύματα που τα'χε φυλακίσει μες στα σώματα τους.

Και όλος εκείνος ο τόπος γέμισε κακό και όλα τα καθαρά πλάσματα τον εγκατέλειψαν. Και ο Μπέρεν πιέστηκε τόσο πολύ, που στο τέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Ντορθόνιον. Και χειμώνα καιρό με χιόνια εγκατέλειψε τη γη και τον τάφο του πατέρα του και, σκαρφαλώνοντας στα υψώματα των Γκόργκοροθ, των Βουνών του Τρόμου, διέκρινε μακριά τη γη του Ντόριαθ. Εκεί του μπήκε στην καρδιά η επιθυμία να κατεβεί και να μπεί στο Κρυμμένο Βασίλειο, όπου πόδι θνητό δεν είχε ώς τότε πατήσει.

Τρομερό ήταν το ταξίδι του προς τα νότια. ΑΠότομοι ήταν οι γκρεμοί των Έρεντ Γκόργκοροθ και στα πόδια τους απλωμένοι ίσκιοι που υπήρχαν πριν από την εμφάνιση του Φεγγαριού. Πιο κάτω απλωνόταν η ερημιά του Ντουνγκόρθεμπ, όπου η μαγεία του Σάουρον και η δύναμη της Μέλιαν συναντιόντουσαν, και κυκλοφορούσε ο τρόμος και η παραφροσύνη. Εκεί κατοικούσαν αράχνες από την άγρια γενιά της Ουνγκόλιαντ, που είχε καταπιεί τα φωτεινά δέντρα του Βάλινορ, υφαίνοντας τα αόρατα δίχτυα τους, όπου κάθε ζωντανό πλάσμα παγιδευόταν. Και εκεί κυκλοφορούσαν τέρατα γεννημένα στο μακρόχρονο σκοτάδι πριν τον Ήλιο, που κυνηγούσαν σιωπηλά με πολλά μάτια. Δεν υπήρχε τροφή ούτε για Ξωτικά ούτε για τους Ανθρώπους εκεί σ'εκείνη τη στοιχιωμένη περιοχή, μόνο θάνατος. Κανένας δεν ξέρει πως βρήκε το δρόμο κι έφτασε, από τα μονοπάτια που κανένας Άνθρωπος ή Ξωτικό δεν είχε άλλοτε τολμήσει να περάσει, στα σύνορα του Ντόριαθ. Και μπόρεσε να διασχίσει τον κυκεώνα που είχε υφάνει η Μέλιαν, η Κυρά του Μπελέριαντ, γύρω από το βασίλειο του Θίνγκολ, ακριβώς όπως το είχε προβλέψει. Γιατί ήταν μεγάλο το πεπρωμένο του.



Μπέρεν.jpg


Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Illidan Stormrage


"Whatever i may be...

Whatever i may become in this world...

Know that..

I will always look out for you, Tyrande..."


Illidan Stormrage



Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

The Battle of Nammath

Από το "κρυφό" μυθιστόρημα της Γαλάζιας Πόλης

Να παίξει η μουσική για να ηχήσουν τα Τύμπανα του Πολέμου...



Ο στρατός της Γαλάζιας Πόλης βάδιζε όλη νύχτα υπό δυνατή βροχή... Ήταν ήδη όλοι τους κουρασμένοι και άϋπνοι για να καταφέρουν να φτάσουν στο στενό του Νάμαθ. Πλησιάζοντας, επιτέλους, ο Ντόριαν φώναξε τον Διάδοχο του Θρόνου να κοιτάξει τους ανιχνευτές που επέστρεφαν γεμάτοι ένταση και τρόμο.

Ο εχθρός είχε προλάβει να περάσει το στενό..

Η κατα μέτωπο σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη καθώς αν επέλεγαν την υποχώρηση δεν θα προλάβαιναν να απομακρυνθούν αρκετά. Ήταν όλοι απελπιστηκά εξουθενωμένοι για να βαδίσουν γρήγορα.

Ο Διάδοχος ζήτησε απ'τον Ντόριαν να κρατήσει το ιππικό για να επέμβει όταν το κρίνει ο ίδιος του. Ο Στρατηγός Γκρόμιλ την δεξιά πλευρά και ο Λίμπαλ στα αριστερά. Ο Διάδοχος με την επίλεκτη φρουρά του θα κρατούσε το κέντρο με κάθε τρόπο.

Το ποθέτησε τοξότες σε τρείς σειρές πίσω από την πρώτη και δεύτερη γραμμή κρούσης κι έπειτα στράφηκε προς τον ουρανό ψάχνοντας μια προσευχή.

Γύρισε στο στράτευμα και ζήτησε να ξεχάσουν την κούραση και τον φόβο γιατί αν κέρδιζαν αυτή τη μάχη τότε ο πόλεμος θα απομακρυνόταν για αρκετό καιρό μακριά από τα σύνορα του Βορρά.

Ο εχθρός έκανε την εμφάνηση του και για πρώτη φορά έδειχνε τόσο μεγάλος αλλά και τόσο εύθραυστος.

Τον Ντόριαν όμως κάτι τον ενοχλούσε μέσα του όσο τους έβλεπε να πλησιάζουν.

Τα μάτια της Ανθρωποξωτικιάς Σίλνελ, είχαν δει έναν στρατό που δεν τον χωράει ο νους.

Αν θέλανε να τελειώσουν την κατάκτηση τους σύντομα, θα μπορούσαν να φέρουν τους δεκαπλάσιους από αυτούς που τώρα πλησίαζαν τον στρατό του Βορρά.

Δεν πίστευε ότι ο Άρχοντας τους ήθελε απλά να παίξει μαζί τους...

Ήταν αργα για οποιαδήποτε άλλη σκέψη.

Οι πρώτες γραμμές είχαν ήδη συμπλακεί και η μάχη γέμιζε τις γραμμές των υπερασπιστών.

Ο Διάδοχος αφού κράτησε την πίεση στο κέντρο, άρχισε να ωθεί προς τα εμπρός. Ο Γκρόμιλ δεν είχε κάποιο σημαντικό πρόβλημα, προς το παρόν, και άρχισε να κλείνει προς το κέντρο με σκοπό να καταφέρει να περικυκλώσει τον εχθρό. Ο Λίμπαλ βλέποντας την κίνηση του Γκρόμιλ έπραξε το ίδιο από την αριστερή πλευρά. Ο στρατός της Γαλάζιας Πόλης βρισκόταν κοντά σε μια πολύ μεγάλη νίκη και αυτό το ενδεχόμενο έδωσε μεγαλύτερο πάθος στους στρατιώτες, ξεχνόντας την κούραση που είχαν.

Οι ανησυχίες του Ντόριαν δεν έπαψαν, όμως βλέποντας το πάθος των υπολοίπων έδωσε το σύνθημα στο ιππικό και με εκείνον επικεφαλή επιτέθηκαν στην φρουρά του εχθρού που είχε μείνει πίσω για να προστατεύει τον Στρατηγό τους.

Η φρουρά του εχθρού αφανιζόταν κάτω από τα δυνατά πόδια των αλόγων του ιππικού, ενώ το πεζικό είχε ολοκληρωτικά πετύχει την κύκλωση.

Η νίκη πλησίαζε! Οι ιαχές της ξεκινούσαν για να την υποδεχθούν, ώσπου ...τα βούκινα ήχησαν με την σειρά τους.

Πίσως από τους λόφους, μέσα από το δάσος και πίσω από το στενό...

Ο Ντόριαν στμάτησε την καταδίωξη και κοίταξε σαστισμένος τις νέες στρατιές να χτυπάνε σαν καταστροφικά κύματα τους στρατιώτες του Διαδόχου..

Από την πλευρά του στενού κοίταξε να πλησιάζει γοργά ένα ιππικό διπλάσιο από το δικό του.

Η νίκη ήταν ένα σύντομο όνειρο που έλαβε τέλος και την σειρά του πήρε ο εφιάλτης...

Τώρα ο σκοπός ήταν η σωτηρία και η διάσωση του Διαδόχου που προσπαθούσε να οπισθοχωρίσει δημιουργόντας ανοίγματα μέσα στις μάζες του εχθρού.

Το να τρέξει εκεί ίσως ήταν χειρότερη ιδέα από το να καθυστερήσει το εχθρικό ιππικό που πλησίαζε. Τουλάχιστον θα το κρατούσε μακριά και θα έδινε μια μικρή ελπίδα στο πεζικό.

Τα μάτια του πήραν την Πορφύρα του Φύλακα και κάλεσε όλους τους ιππείς κοντά του κι επιτέθηκε...

Η συμπλοκή ήταν τόσο σκληρή και άγριας ομορφιάς που προκάλεσε ρήγματα στην αντίπαλη πλευρά.

Εισχώρησαν μέσα στις γραμμές και η σώμα με σώμα μάχη των ιππέων ξεκίνησε...

Ο Διάδοχος έκανε απέλπιδες προσπάθειες να δημιουργήσει ανοίγματα διαφυγής, όμως μάταια, γιατί ο στρατός του εχθρού ήταν τόσος που κατάφερνε να κλείνει κάθε πέρασμα και κενό.

Σε μια δυνατή επίθεση από την αριστερή πλευρά, οι γραμμές άμυνας έσπασαν και ο εχθρός κατάφερε να μπεί ανάμεσα τους. Η σφαγή που επικράτησε δεν έχει λόγια για να περιγραφεί...

Ο Γκρόμιλ σκοτώθηκε και κομματιάστηκε τόσο γρήγορα από την μανία του εχθρού που ο Διάδοχος για λίγο πάγωσε στην εικόνα...

Στην πλευρά του στενού ο Ντόριαν κατάφερε να νικήσει και να εκδιώξει το εχθρικό ιππικό. Του είχε απομείνει μια εκατοντάδα ιππέων για να βοηθήσει το πεζικό που κόντευε να εκμηδενιστεί να διαφύγει.

Κοίταξε καλά τα σημεία που η εχθρική μάζα δεν ήταν τόσο συμπυκνωμένη, εντόπισε το πιο αδύναμο σημείο και διέταξε να πέσουν επάνω του με όση δύναμη είχε απομείνει στα άλογα και στην ταχύτητα τους.

Έτσι κατάφερε να ανοίξει ένα πέρασμα για τους εγκλωβισμένους στρατιώτες, οι οποίοι μόλις το πρόσεξαν, άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν. Ο Ντόριαν μάζεψε στο άλογο του τον Διάδοχο και έδωσε εντολή στους λίγους ιππείς να προστατέψουν την διαφυγή των πολεμιστών.

Πολλοί είχαν μείνει εγκλωβισμένοι και έπεφταν κάτω από τα τσεκούρια και τα σπαθιά του εθχρού. Τα σώματα τους κομματιάζονταν με τέτοιο τρόπο που οι κραυγές τους αντηχούσαν σε ολόκληρο τον τόπο.

Στο άκουσμα τους, ο Διάδοχος προσπάθησε να κατεβεί από το άλογο του Ντόριαν για να γυρίσει κοντά τους. Εκείνος όμως τον συγκράτησε και έτρεξε ακόμη πιο γρήγορα.

Η διαφυγή ήταν ένας ακόμη εφιάλτης καθώς ο εχθεός καταδίωξε με βέλη και μερικά άλογα. Όταν έφτασαν στην Γαλάζια Πόλη, δεν είχαν απομείνει περισσότεροι από εκατό άντρες.

Ο κόσμος της Πόλης, είδε το θέαμα κι έπεσε σε θλίψη και ένα μοιρολόϊ σκέπασε κάθε σπίτι.

Ο Ντόριαν καθώς κοίταξε τα μεγάλα τείχη της Πόλης, γύρισε προς τον Διάδοχο..:

"Άρχοντα μου, δεν υπάρχει χρόνο για πένθος και τρόμο. Στα τείχη θα δοθεί η επόμενη μάχη. Κι αυτή θα είναι για την σωτηρία της Πόλης και των Ανθρώπων..."


60.000 εθχρικός στρατός ήταν λιγότερο από μία μέρα κοντά στην Πόλη των Δημιουργών...

Λιγότεροι από 1.000 υπερασπιστές, έτοιμοι να τον υποδεχθούν...


Fantasy_War_of_elements_009614_.jpg

lost-odyssey-khent-uhra-battle.jpg


Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

Rise of the Howling Hope


Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

Rise of the Lich ...King !!!

The end of Warcraft days...

...will come.


Wrath of the Lich King



Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Beren and Luthien

Τα δικά τους δεσμά σπάσανε τα δεσμά του Θανάτου και της Λησμονιάς.

Και ζήσανε μαζί για πάντα. Στην ζωή, στον Θάνατο, πίσω ξανά στην ζωή και πάλι πίσω στον Θάνατο.

Οι Δημιουργοί έπλασαν έναν τόπο ειδικά για τον Μπέρεν και την Λούθιεν.

Έναν τόπο ξεχωριστό και μυστικό.

Ακόμη κι από τον ίδιο τους τον Πατέρα, τον Ιλούβαταρ, στον Μπέρεν και την Λούθιεν είδαν κάτι που ξεχώριζε από κάθε άλλη δημιουργία, κάθε άλλο θαύμα.

Και ο Τόλκιν ήξερε τον τρόπο να το "τραγουδήσει" στην καρδιά της λατρεμένης του γυναίκας μέχρι το τέλος.


Καλό ξημέρωμα σε όλους



Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

I'll keep the Ring full of sorrow... I'll keep the Ring till I die...


There are signs on the Ring
Which makes me feel so down
There's one to enslave all Rings
To find them all in time
And drive them into darkness
Forever they'll be bound
Three for the Kings
Of the elves high in light
Nine to the mortals
Which cry

I'll keep the Ring full of sorrow
I'll keep the Ring till I die
I'll keep the Ring full of sorrow
I'll keep the Ring till I die

Ref.:

Slow down and I sail on the river
Slow down and I walk to the hill
Slow down and I sail on the river
Slow down and I walk to the hill

And there's no way out

Mordor
Mordor
Mordor

Dark land under Sauron's spell
Threatened a long time
Threatened a long time

Seven rings to the dwarfes
In their halls made of stone
Into the valley
I feel down
One ring to the dark lord's hand
Sitting on his throne
In a land so dark
Where I have to go

I'll keep the Ring
I'll keep the Ring
I'll keep the Ring
I'll keep the Ring
I'll keep the Ring
Till I die

Ref. (2x):

Slow down and I sail on the river
Slow down and I walk to the hill
Slow down and I sail on the river
Slow down and I walk to the hill

Slow down and I sail on the river
Slow down and I walk to the hill
Slow down and I sail on the river
Slow down and I walk to the hill


Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2009

...Forth, and fear no darkness!

Forth, and fear no darkness!

Arise, arise, Riders of Theoden! Spears shall be shaken, shields shall be splintered,

a sword-day, a red day, ERE THE SUN RISES!!!

Ride now! Ride for ruin, and the worlds ending!



Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Το Silmarilion σε εικόνες

Η ιστορία του Σιλμαρίλιον και της Αρχαίας Εποχής της Μέσης Γης σε βίντεο-εικόνες.



Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Nirnaeth Arnoediad-Η Μάχη των Ατέλειωτων Δακρύων (Final-3)

Διαβάστε την Νίρναεθ Αρνοέντιαντ από την αρχή.



Το Τέλος της Μάχης των Δακρύων



Τελευταίοι από όλες τις ανατολικές δυνάμεις που πρόβαλαν αντίσταση ήταν οι Νάνοι του Μπέλεγκοστ κι έτσι κέρδισαν υστεροφημία. Γιατί οι Ναούγκριμ ήταν που αντιστάθηκαν στη φωτιά πιο σκληρά κι από τα Ξωτικά κι απ'τους Ανθρώπους. Και είχαν επί πλέον τη συνήθεια να φορούν στη μάχη μεγάλες μάσκες με φοβερή όψη. Κι αυτές τους βγήκαν σε καλό εναντίον των δράκων. Αν δεν ήταν αυτοί, οι Νάνοι, ο Γκλάουτουγκ και η φάρα του θα είχαν κάψει ότι είχε απομείνει από τους Νόλντορ. Οι Ναούγκριμ, όμως, σχημάτισαν κύκλο ολόγυρα του μόλις τους ρίχτηκε, και η πανοπλία του αποδείχτηκε πως δεν ήταν άτρωτη στα χτυπήματα από τα μεγάλα τους τσεκούρια. Και όταν μες στη λύσσα του, ο Γλάουρουγκ γύρισε και έριξε κάτω τον Αζαγκάλ, τον Άρχοντα των Νάνων του Μπέλεγκοστ, και σύρθηκε από πάνω του, με το τελευταίο του χτύπημα ο Αζαγκάλ του έχωσε ένα μαχαίρι στην κοιλιά και τον τραυμάτισε τόσο, που έφυγε κακήν κακώς από το πεδίο της μάχης, και τα τέρατα της Άνγκμπαντ κατατρομαγμένα τον ακολούθησαν. Τότε οι Νάνοι σήκωσαν το σώμα του Αζαγκάλ και το πήραν από κει. Και με αργό βηματισμό ακολούθησαν από πίσω, ψάλλοντας ένα μοιρολόι με βαθιές φωνές, λες και ήταν επικήδεια πομπή στη χώρα τους. Και δεν έδωσαν άλλη σημασία στους εχθρούς τους και κανείς δεν τόλμησε να τους εμποδίσει.

Τώρα, όμως, στην δυτική μάχη, ο Φίνγκον και ο Τούργκον δέχτηκαν επίθεση από ένα κύμα εχθρών τρείς φορές πιο μεγάλο απ'όσες δυνάμεις τους είχαν απομείνει. Ο ΓΚόθμογκ, ο Άρχοντας των Μπάλρογκ, ο αρχιστράτηγος της Άνγκμπαντ, είχε έρθει κι έβαλε μια μαύρη σφήνα ανάμεσα στις δυνάμεις των Ξωτικών, περικυκλώνοντας το βασιλέα Φίνγκον και απωθώντας τον Τούργκον και τον Χούριν στην άκρη, προς τους Βάλτους του Σέρεχ. Ύστερα στράφηκε εναντίον του Φίνγκον. Η συνάντηση ήταν άγρια. Τελικά, ο Φίνγκον έμεινε μόνος με όλη του τη φρουρά ολόγυρα νεκρή και μονομάχησε με τον Γκόθμογκ, ώσπου ένας άλλος Μπάλρογκ ήρθε από πίσω του και πέταξε ένα πύρινο σκοινί ολόγυρα του. Τότε ο Γκόθμογκ τον πελέκησε με το μαύρο του τσεκούρι και μια λευκή φλόγα ξεπήδησε από την περικεφαλαία του Φίνγκον καθώς κόπηκε στη μέση. Έτσι έπεσε ο Υψηλός Βασιλέας των Νόλντορ και τον χτύπησαν μέσα στη σκόνη με τα αγκαθωτά τους ρόπαλα, και το λάβαρο του, ασημένιο και γαλάζιο, το τσαλαπάτησαν στο βούρκο από το αίμα του.

Η μάχη χάθηκε, όμως ο Χούριν και ο Χούορ και τα απομεινάρια του Οίκου του Χάντορ εξακολουθούσαν να αντιστέκονται με τον Τούργκον της Γκοντόλιν και ο στρατός του Μόργκοθ δεν μπορούσε να πάρει ακόμα τη Διάβαση του Σίριον. Τότε ο Χούριν μίλησε στον Τούργκον λέγοντας:

"Φύγε τώρα, άρχοντα, όσο υπάρχει καιρός! Γιατί από σένα ζει η τελευταία ελπίδα των Έλνταρ και όσο κρατάει η Γκοντόλιν, ο Μόργοθ θα εξακολουθεί να φοβάται τα φυλλοκάρδια του".

Ο Τούργκον όμως απάντησε:

"Δεν μπορεί να μείνει τώρα για πολύ κρυμμένη η Γκοντόλιν. Κι αν ανακαλυφθεί, θα πέσει".

Τότε μίλησε ο Χούορ:

"Όμως αν κρατήσει λίγο ακόμα, τότε από τον οίκο σου θα προέλθει η ελπίδα για τα Ξωτικά και τους Ανθρώπους. Αυτό έχω να σου πω, άρχοντα, μπροστά στο θάνατο: ακόμα κι αν χωρίσουμε εδώ για πάντα και δεν ξαναδώ τα λευκά σου τείχη, από σένα και από μένα θ'ανατείλει ένα καινούργιο αστέρι. Έχε γειά!"

Και ο Μαέγκλιν, ο γιος της αδελφής του Τούργκον, που βρισκόταν εκεί δίπλα, άκουσε τα λόγια αυτά και δεν τα λησμόνησε. Δεν είπε όμως τίποτα.

Τότε ο Τούργκον ακολούθησε τη συμβουλή του Χούριν και του Χούορ και, συγκεντρώνοντας ότι είχε μείνει από το στρατό της Γκοντόλιν και ότι απομεινάρια μπορούσε να συγκεντρώσει από το στρατό του Φίνγκον, υποχώρησε προς τη Διάβαση του Σίριον. Και οι αξιωματικοί του Εκτέλιον και Γκλορφίντελ προστάτευαν δεξιά και αριστερά τις πλευρές έτσι ώστε κανένας εχθρός να μην μπορεί να περάσει. Οι Άνθρωποι του Ντορ-λόμιν κρατούσαν την οπισθοφυλακή σύμφωνα με την επιθυμία του Χούριν και του Χούορ για στα βάθη της καρδιάς τους δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τις Βόρειες Περιοχές και, αν δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους, προτιμούσαν να σταθούν εκεί ως το τέλος. Έτσι αποκαταστάθηκε η προδοσία του Ούλντορ και από όλα τα πολεμικά ανδραγαθήματα που οι πατέρες των Ανθρώπων έκαναν για χάρη των Έλνταρ, η τελευταία αντίσταση των Ανθρώπων του Ντορ'λόμιν είναι η πιο ξακουστή.

Κι έτσι ο Τούργκον άνοιξε δρόμο πολεμώντας νότια, ώσπου φτάνοντας πίσω από τη φρουρά του Χούριν και του Χούορ πέρασε τον Σίριον και ξέφυγε. Χάθηκε στα βουνά και κρύφτηκε από τα μάτια του Μόργκοθ. Αλλά τα αδέλφια μάζεψαν κοντά τους τους υπόλοιπους απ'τους Ανθρώπους του οίκου του Χάντορ και βήμα προς βήμα υποχωρούσαν ώσπου έφτασαν πίσω από το Βάλτο του Σέρεχ έχοντας μπροστά τους το ρεύμα του Ρίβιλ. Κι εκεί σταμάτησαν και δεν υποχώρησαν άλλο.

Τότε όλες οι δυνάμεις της Άνγκμπαντ έπεσαν σαν ακρίδες ολόγυρα τους και γεφύρωσαν το ποτάμι με τους νεκρούς τους και περικύκλωσαν τ'απομεινάρια από το Χίθλουμ σαν την παλίρροια γύρω από ένα βράχο. Εκεί, καθώς ο ήλιος έδυε την έκτη μέρα και η σκιά των Έρεντ Γουέθριν μαύρισε, ο Χούορ έπεσε χτυπημένος στο μάτι από ένα δημητηριασμένο βέλος, και όλα τα γενναία παλικάρια του Χάντορ ήταν σωριασμένα ολόγυρα του. Και οι Ορκ έκοψαν τα κεφάλια τους και τα έκαναν σαν σωρό χρυσαφιού στο ηλιοβασίλεμα.

Τελευταίος απ'όλους βρέθηκε να στέκεται ο Χούριν. Τότε πέταξε την ασπίδα του και έπιασε και με τα δυο του χέρια ένα τσεκούρι. Και τα τραγούδια λένε ότι το τσεκούρι έβγαζε καπνούς στο μαύρο αίμα της γιγαντοφρουράς του Γκόθμογκ ώσπου κάηκε. Και κάθε φορά που σκότωνε ο Χούριν φώναζε:

"Aure entuluva! Η Μέρα θα ξανάρθει!"

Εβδομήντα φορές έβγαλε εκείνη την κραυγή, αλλά τέλος τον έπιασαν ζωντανό κατα διαταγήν του Μόργκοθ. Οι Ορκ γαντώνονταν πάνω του με τα χέρια τους, που εξακολουθούσαν να μένουν κολλημένα μ'όλο που τους έκοβε τα μπράτσα και συνεχώς αυξάνονταν ώσπου, στο τέλος, έπεσε θαμμένος κάτω από αυτούς. Τότε ο Γκόθμογκ τον έδεσε και τον έσυρε στην Άνγκμπαντ κοροϊδεύοντας τον.

Έτσι έληξε η Νίρναεθ Αρνοέντιαντ, με τη δύση του ήλιου πέρα από τη θάλασσα. Νύχτα απλώθηκε στο Χίθλουμ και από τη Δύση ήρθε μεγάλη καταιγίδα.


Μεγάλος ήταν ο θρίαμβος του Μόργκοθ και τα σχέδια του πραγματοποιήθηκαν όπως τα ήθελε η καρδιά του. Γιατί οι Άνθρωποι πήραν τη ζωή Ανθρώπων και πρόδωσαν τους Έλντρ, και φόβος και μίσος δημιουργήθηκε σ'αυτούς που θα έπρεπε να είναι ενωμένοι εναντίον του. Από εκείνη την ημέρα τα Ξωτικά αποξενώθηκαν από τους Ανθρώπους, εκτός μόνο από εκείνους των Τριών Οίκων των Εντάιν, των Δευτερογέννητων.

Το βασίλειο του Φίνγκον δεν υπήρχε πια και οι γιοί του Φέανορ πλανιόντουσαν σαν τα φύλλα στον άνεμο. Ο στρατός του σκόρπισε και η συμμαχία τους διαλύθηκε. Και άρχισαν να ζουν σαν τους άγριους στα δάση κάτω από τους πρόποδες των Έρεντ Λίντον, μαζί με τα Πράσινα Ξωτικά του Οσσίριαντ, στερημένοι από την παλιά τους δύναμη και δόξα. Στο πρέθιλ ζούσαν ακόμα λίγοι Χάλαντιν, προστατευμένοι από τα δάση τους, και άρχοντα τους είχαν τον Χάντιρ, γιο του Χάλντιρ. Στο Χίθλουμ όμως δεν γύρισε ποτέ κανένας από το στρατό του Φίνγκον ούτε από τους Ανθρώπους του οίκου του Χάντορ, ούτε ήρθε καμιά πληροφορία για τη μάχη και για τη μοίρα των Αρχόντνων τους. Ο Μόργκοθ όμως έστειλε εκεί τους Ανατολίτες που τον είχαν υπηρετήσει, αρνούμενος να τους δώσει τις πλούσιες περιοχές του Μπελέριαντ που επιθυμούσαν αλλά τους έκλεισε στο Χίθλουμ και τους απαγόρεψε να φύγουν από εκεί. Και η αμοιβή που τους έδωσε για την προδοσία τους στον Μαέδρος: να λεηλατούν και να ταλαιπωρούν τους γέρους, τις γυναίκες και τα παιδιά του Χάντορ. Τα υπολείμματα των Έλνταρ του Χίθλουμ τα πήραν στα βορινά ορυχεία κι εκεί δούλευαν σκλάβοι, εκτός από μερικούς που του ξέφυγαν και μπήκαν στα δάση και τα βουνά.

Ολόκληρος ο Κόσμος των Ξωτικών και των ΑΝθρώπων τώρα ζούσε στην Σκιά του Μόρκοθ και η Μέση-γη έζησε για πολλά χρόνια ταραχές και θλίψη.

Ο Φινγκόλφιν παρακολουθόντας όλη αυτή την τραγωδία σάλεψε και τα μάτια του γέμισαν μίσος και οργή. Έτσι πήρε την πιο τολμηρή απόφαση. Απόφαση ενός απελπισμένου. Και έπραξε εκείνο που κανένας Άνθρωπος ή Ξωτικό δεν τόλμησε ποτέ να κάνει. Έφτασε έξω από την Πύλη της Άνγκμπαντ και εκεί προκάλεσε τον Μόργκοθ σε μονομαχία. Ο Μόργκοθ άκουσε αρκετές φορές την προσβολή του Φινγκόλφιν πριν ανασηκωθεί από τον σκοτεινό του Θρόνο. Και ήταν η τελευταία φορά που ο Μόργκοθ βγήκε έξω από τω Δώματα της Άνγκμπαντ. Η μάχη ήταν σκληρή και η οργή του Φινγκόλφιν μεγάλη. Κατάφερε πολλά τραύματα στον Μόργκοθ αλλά η κούραση τον κατέβαλε και έπεσε. Μα καθώς έπεφτε κατάφερε το μεγαλύτερο πλήγμα που είχε υποστεί μέχρι τότεο Μόργκοθ. Τρύπησε από την μια άκρη στην άλλη το πόδι του Σκοτεινού Άρχοντα και βγήκε φωτιά και καπνός από μέσα του. Τότε ο Μόργκοθ σήκωσε το πόδι του και τον πάτησε και μετά με το μεγάλο του τσεκούρι-σφυρί έδωσε τέλος στην ζωή του Φινγκόλφιν.

Έτσι πέθανε ο μεγάλος Ξωτικο-Βασιλιάς Φινγκόλφιν.

Τώρα η σκέψη του Μόργκοθ συνεχώς κλωθογύριζε στον Τούργκον. Γιατί ο Τούργκον του είχε ξεφύγει. Και πό όλους τους εχθρούς του αυτός ήταν που περισσότερο επιθυμούσε να νικήσει ή να καταστρέψει. Κι αυτή η σκέψη τον ενοχλούσε και του χαλούσε τη νίκη του, γιατί ο Τούργκον απ'το μεγάλο οίκο του Φινγκόλφιν ήταν τώρα δικαιωμαντικά ο Βασιλιάς όλων των Νόλντορ. Ο Μόργκοθ φοβόταν και μισούσε τον οίκο του Φινγκόλφιν και γιατί είχα τη φιλία του εχθρού του του Ούλμο, του Άρχοντα των Θαλασσών, και εξαιτίας των τραυμάτων που του είχε καταφέρει ο Φινγκόλφιν με το σπαθί του. Και απ'όλους της γενιάς του ο Μόργκοθ πιο πολύ φοβόταν τον Τούργκον γιατί από παλιά στο Βάλινορ το μάτι του έπεφτε σ'αυτόν και όποτε τον πλησίαζε, μια σκιά πλάκωνε το πνεύμα του προοιωνίζοντας ότι κάποια ώρα που ακόμα δεν είχε έρθει, η καταστροφή του θα προερχόταν από τον Τούργκον.

Έτσι έφεραν τον Χούριν μπροστά στον Μόργκοθ επειδή ο Μόργκοθ ήξερε ότι είχε τη φιλία του βασιλιά της Γκοντόλιν αλλά ο Χούριν τον αψήφησε και τον κορόιδεψε. Ο Μόργκοθ τότε καταράστηκε τον Χούριν, την Μόργουεν και τα παιδιά τους και έριξε πάνω τους μοίρα σκοτεινή και γεμάτη πόνους και θλίψεις. Και παίρνοντας τον Χούριν από τη φυλακή, τον έβαλε σ'ένα πέτρινο κάθισμα κάπου ψηλά στα Θανγκορόντριμ. Εκεί το έδεσε ο Μόργκοθ με την δύναμη του και στάθηκε πλάι του και τον καταράστηκε πάλι και είπε:

"Κάθισε τώρα εδώ και κοίτα τους τόπους που το κακό και η απελπισία θα πέσουν πάνω σ'εκείνους που αγαπάς. Τόλμησες να με κοροϊδέψεις και να αμφισβητήσεις τη δύναμη του Μέλκορ, του Αφέντη κάθε μοίρας στην Άρντα. Γι'αυτό θα βλέπεις με τα μάτια μου και θ'ακούς με τ'αφτιά μου. Και δεν θα μετακινηθείς καθόλου από αυτό το σημείο ώσπου όλα να γίνουν ως το πικρό τέλος".

Κι έτσι έγινε. Αλλά ο Χούριν, ο περήφανος Χρυσογεννημένος Άρχοντας του οίκου του Χάντορ, δεν ζήτησε ποτέ από τον Μόργκοθ έλεος ή θάνατο για τον ίδιο ή την οικογένεια του.

Και είναι γεμάτα θλίψη τα τραγούδια που μιλούν για την τύχη των παιδιών του Χούριν. Που όμοια τύχη ή κατάρα δεν έπεσε ποτέ πριν ή ξανά σε Άνθρωπο ή Ξωτικό. Μα είναι μια άλλη ιστορία αυτή, που θα αφηγηθεί στην ώρα της.


Με διαταγή του Μόργκοθ οι Ορκ με μεγάλο κόπο συγκέντρωσαν τα άψυχα σώματα Ξωτικών και Ανθρώπων που έπεσαν στο πεδίο της μεγάλης μάχης καθώς και την εξάρτυση και τα όπλα τους και τα έκαναν ένα μεγάλο σωρό στη μέση της Ανφάουγκλιθ. Κι ήταν σαν λόφος που φαινόταν από μεγάλη απόσταση. Χάουδ-εν-Ντένγκιν τον ονόμασαν τα Ξωτικά, ο Λόφος των Πεσόντων, και Χάουδ-εν-Νίρναεθ, ο Λόφος των Δακρύων. Αλλά ήρθε πρασινάδα εκεί και φύτρωσε πάλι, πλούσια και καταπράσινη, μοναδική σε όλη την έρημο που είχε φτιάξει ο Μόργκοθ και κανένα πλάσμα του Μόργκοθ δεν πατούσε από τότε πάνω στη γη που στα σπλάχνα της τα σπαθιά των Ξωτικών και των Ανθρώπων σκούριασαν και έγιναν σκόνη.




Χούριν


Τελευταίος απ'όλους βρέθηκε να στέκεται ο Χούριν. Τότε πέταξε την ασπίδα του και έπιασε και με τα δυο του χέρια ένα τσεκούρι. Και τα τραγούδια λένε ότι το τσεκούρι έβγαζε καπνούς στο μαύρο αίμα της γιγαντοφρουράς του Γκόθμογκ ώσπου κάηκε. Και κάθε φορά που σκότωνε ο Χούριν φώναζε:

"Aure entuluva! Η Μέρα θα ξανάρθει!"



Χούριν 1.jpg




"Κάθισε τώρα εδώ και κοίτα τους τόπους που το κακό και η απελπισία θα πέσουν πάνω σ'εκείνους που αγαπάς. Τόλμησες να με κοροϊδέψεις και να αμφισβητήσεις τη δύναμη του Μέλκορ, του Αφέντη κάθε μοίρας στην Άρντα. Γι'αυτό θα βλέπεις με τα μάτια μου και θ'ακούς με τ'αφτιά μου. Και δεν θα μετακινηθείς καθόλου από αυτό το σημείο ώσπου όλα να γίνουν ως το πικρό τέλος".


Hurin_hmco_plate65._V12312312_.jpg






Φινγκόλφιν


Ο Φινγκόλφιν παρακολουθόντας όλη αυτή την τραγωδία σάλεψε και τα μάτια του γέμισαν μίσος και οργή. Έτσι πήρε την πιο τολμηρή απόφαση. Απόφαση ενός απελπισμένου. Και έπραξε εκείνο που κανένας Άνθρωπος ή Ξωτικό δεν τόλμησε ποτέ να κάνει. Έφτασε έξω από την Πύλη της Άνγκμπαντ και εκεί προκάλεσε τον Μόργκοθ σε μονομαχία.



TN-Fingolfins_Wrath.jpg


morgoth fingolfin.jpg





Ο Λόφος των Δακρύων


TN-The_Hill_of_Slain.jpg



nirnaetharnoediadbyjennydolfen.jpg






Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Νίρναεθ Αρνοέντιαντ-Η Μάχη των Ατέλειωτων Δακρύων (2)

Διαβάστε από την αρχή την ιστορία

http://the-journey-begin.pblogs.gr/2007/09/
nirnaeth-arnoentiant-h-mahh-twn-ateleiwtwn-dkrywn.html#c109251c214403

Η Μάχη ξεκινά...



Ο Μόργκοθ τώρα, που γνώριζε πολλά απ'αυτά που γίνονταν και σχεδιάζονταν από τους εχθρούς του, διάλεξε την ώρα του και, έχοντας εμπιστοσύνη στους προδότες υπηρέτες του ότι θα καθυστερούσαν τον Μαέδρος και θα εμποδίσουν να ενωθούν οι εχθροί του, έστειλε μια δύναμη, φαινομενικά μεγάλη, (που ήταν όμως μέρος μόνο όσης είχε προετοιμάσει) προς το Χίθλουμ και όλοι ήταν ντυμένοι με ρούχα σταχτιά και δεν άφηναν να φανεί γυμνό ατσάλι. Έτσι είχαν διανύσει κιόλας μεγάλη απόσταση πάνω στην άμμο της Ανφάουγκλιθ πριν γίνει αντιληπτός ο ερχομός τους.

Τότε οι καρδιές των Νόλντορ άναψαν και οι καπετάνιοι τους ήθελαν να επιτεθούν στους εχθρούς στην πεδιάδα. Ο Χούριν όμως τους απέτρεψε και τους είπε να προσέχουν την πονηριά του Μόργκοθ, που η δύναμη του ήταν πάντα μεγαλύτερη απ'όση φαινόταν κι ο σκοπός του διαφορετικός απ'ότι έδειχνε. Και, μ'όλο που το σήμα ότι πλησιάζει ο Μαέδρος δεν ερχόταν και ο στρατός άρχισε να ανυπομονεί, ο Χούριν εξακολουθούσε να τους προτρέπει να περιμένουν και ν'αφήσουν τους Ορκ να σπάσουν τις γραμμές τους πέφτοντας στους λόφους.

Αλλά ο καπετάνιος του Μόργκοθ στη δύση είχε διαταγή να διώξει τον Φίνγκον γρήγορα από τους λόφους με όποιον τρόπο μπορούσε. Προχώρησε, λοιπόν, ώσπου το μέτωπο της μάχης παρατάχθηκε μπροστά στο ρεύμα του Σίριον από τα τείχη του οχυρού του Έιθελ Σίριον ως εκεί που χυνόταν ο Ρίβιλ στο Βάλτο του Σέρεχ. Τα προχωρημένα φυλάκια του Φίνγκον μπορούσαν να δουν καθαρά τα πρόσωπα των εχθρών τους. Αλλά κανείς δεν απαντούσε στις προκλήσεις του και οι κοροϊδίες των Ορκ άρχισαν να κομπιάζουν καθώς κοίταζαν τα σιωπηλά τείχη και την κρυμμένη απειλή των λόφων. Τότε ο καπετάνιος του Μόργκοθ έστειλε καβαλάρηδες με σήματα για διαπραγματεύεις και αυτοί έφτασαν ως τα προχωρημένα αμυντικά έργα του Μπάραντ Έιθελ. Μαζί τους είχαν τον Γκέλμιρ, το γιο του Γκουίλιν, εκείνο τον άρχοντα της Νάργκοθροντ που είχαν πιάσει αιχμάλωτο στην Μπράγκολλαχ-Μάχη της Φωτιάς και τον είχαν τυφλώσει. Τότε οι αγγελιαφόροι της Άνγκμπαντ τον έσπρωξαν μπροστά φωνάζοντας:

"Έχουμε πολλούς σαν κι αυτόν στη χώρα μας, αλλά πρέπει να βιαστείτε αν θέλετε να τους βρείτε γιατί θα τους κανονίσουμε όλους όταν γυρίσουμε έτσι." Και, σε απόσταση που να βλέπουν τα Ξωτικά, έκοψαν τα χέρια και τα πόδια του Γκέλμιρ, τελευταίο και το κεφάλι του και τον παράτησαν.

Για κακή τύχη, σ'εκείνο το σημείο στα προχωρημένα αμυντικά έργα στεκόταν ο Γκουίντορ της Νάργκοθροντ, ο αδελφός του Γκέλμιρ. Ο θυμός του τώρα άναψε κι έγινε τρέλα και όρμησε μπροστά καλπάζοντας μαζί με πολλούς καβαλάρηδες. Κυνήγησαν τους αγγελιαφόρους και τους σκότωσαν και μπήκαν βαθιά στο κυρίως σώμα του στρατού. Και βλέποντας το αυτό όλος ο στρατός των Νόλντορ πήρε φωτιά και ο Φίνγκον φόρεσε το άσπρο του κράνος και έβαλε να σαλπίσουν τις τρομπέτες και όλος ο στρατός του Χίθλουμ πετάχτηκε από τους λόφους έξω σε ξαφνική επίθεση. Η λάμψη από τα τραβηγμένασπαθιά των Νόλντορ ήταν σαν φωτιά σε καλαμιώνα, τόσο άγρια κι αστραπιαία ήταν η επίθεση τους που τα σχέδια του Μόργκοθ παραλίγο να πάνε στραβά. Πριν ενισχυθεί ο στρατός που είχε στείλει δυτικά, είχε σαρωθεί, και οι σημαίες του Φίνγκον πέρασαν την Ανφάγκλιθ και υψώθηκαν μπροστά στα τείχη της Άνγκμπαντ. Και πάντα πρώτος σ'εκείνη τη μάχη ο Γκουίντορ και τα Ξωτικά της Νάργκοθροντ, που ακόμη και τώρα ήταν ασυγκράτητα. Κι όρμησαν από την Πύλη και σκότωσαν τους φρουρούς πάνω στα σκαλοπάτια της Άνγκμπαντ κι ο Μόργκοθ έτρεμε στον υπόγειο θρόνο του, ακούγοντας τους να χτυπούν τις πόρτες του. Αλλά εκεί παγιδεύτηκαν και τους σκότωσαν όλους εκτός από τον Γκουίντορ, που τον έπιασαν ζωντανό γιατί ο Φίνγκον δεν μπόρεσε να έρθει να τους βοηθήσει. Από πολλές κρυφές πόρτες στα Θαργκορόντριμ ο Μόργκοθ άφησε να ξεχυθεί το κυρίως σώμα του στρατού που τους είχε σε αναμονή, και απώθησαν τον Φίνγκον από τα τείχη με πολλές απώλειες.

Τότε στην πεδιάδα της Ανφάουγκλιθ, την τέταρτη μέρα του πολέμου, άρχισε η Νίρναεθ Αρνοέντιαντ, η Μάχη των Αμέτρητων Δακρύων, γιατί κανένα τραγούδι ή ιστορία δεν μπορεί να χωρέσει όλο της τον πόνο. Ο στρατός του Φίνγκον υποχώρησε στην άμμο και ο Χάλντιρ, ο άρχοντας των Χάλαντιν, έπεσε στην οπισθοφυλακή και μαζί του έπεσαν οι περισσότεροι από τους ανθρώπους του Μπρέθιλ, που δεν ξαναγύρισαν στα δάση τους. Αλλά από την πέμπτη μέρα, καθώς έπεφτε η νύχτα, κι ήταν ακόμη μακριά από τα Έρεντ Γουέθριν, οι Ορκ περικύκλωσαν το στρατό του Χίθλουμ και πολέμησαν ώσπου ξημέρωσε, πιεζόμενοι όλο και περισσότερο. Το πρωϊ ήρθε ελπίδα, όταν βούκινα ακούστηκαν καθώς πλησίαζε ο Τούργκον με το κυρίως σώμα του στρατού της Γκοντόλιν γιατί είχαν στρατοπεδεύει προς τα δυτικά, φρουρώντας τη Διάβαση του Σίριον, και ο Τούργκον είχε καταφέρει να συγκρατήσει τους περισσότερους από τους δικούς του να μην κάνουν βιαστική επίθεση. Τώρα έτρεξε γρήγορα να βοηθήσει τον αδελφό του και οι Γκοντολίντριμ ήταν δυνατοί και σιδερόφρακτοι και παραταγμένοι έλαμπαν σαν ατσάλινο ποτάμι στον ήλιο.

Τώρα η φάλαγγα της φρουράς του βασιλιά διέσπασε τις τάξεις των Ορκ κι ο Τούργκον άνοιξε δρόμο ως το πλευρό του αδελφού του και λέγεται ότι η συνάντηση του Τούργκον με τον Χούριν, που στεκόταν στο πλευρό του Φίνγκον, ήταν χαρούμενη καταμεσής της μάχης. Τότε η ελπίδα αναπτερώθηκε στις καρδιές των Ξωτικών. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, την τρίτη ώρα του πρωϊνού, οι τρομπέτες του Μαέδρος ακούστηκαν επιτέλους πάνω στον εχθρό από τα νώτα. Μερικοί έχουν πει ότι ακόμη και τότε οι Έλνταρ θα μπορούσαν να είχαν νικήσει αν όλες οι δυνάμεις τους αποδείχνονταν πιστές. Γιατί οι Ορκ αμφιταλαντεύτηκαν και η επίθεση τους ανακόπηκε και μερικοί το'χαν βάλει στα πόδια. Αλλά την ώρα που η εμπροσθοφυλακή του Μαέδρος έπεφτε πάνω στους Ορκ, ο Μόργκοθ εξαπέλυσε και τις τελευταίες του δυνάμεις και η Άνγκμπαντ άδειασε. Ήρθαν δαίμονες-λύκοι και λυκοκαβαλάρηδες. Ήρθαν Μπάλρογκ και δράκοι και ο Γκλάουρουγκ ο πατέρας των δράκων. Η δύναμη και ο τρόμος του Μεγάλου Σκουληκιού ήταν τώρα μεγάλη και τα Ξωτικά και οι Άνθρωποι έσβησαν μπροστά του και ήρθε ανάμεσα στους στρατούς του Μαέδρος και του Φίνγκον και τους χώρισε.

Όμως ούτε με λύκους ούτε με Μπάλρογκ ούτε με το Δράκο θα είχε καταφέρει ο Μόργκοθ το σκοπό του, αν δεν γινόταν η προδοσία των Ανθρώπων. Την ώρα αυτή ξεσκεπάστηκαν τα σχέδια του Ούλφανγκ. Πολλοί από τους Ανατολίτες γύρισαν και τράπηκαν σε φυγή, γιατί τους είχαν γεμίσει την καρδιά ψέματα και φόβο. Αλλά οι γιοί του Ούλφανγκ προσχώρησαν ξαφνικά στον Μόργκοθ και επιτέθηκαν στα νώτα των γιών του Φέανορ και στη σύγχυση που δημιούργησαν, πλησίασαν τη σημαία του Μαέδρος. Αλλά δεν πήραν την αμοιβή που τους είχε τάξει ο Μόργκοθ, γιατί ο Μάγκλορ σκότωσε τον Ούλντορ τον καταραμένο, τον αρχηγό της προδοσίας, και οι γιοί του Μπορ σκότωσαν το Ούλφαστ και τον Ούλγουαρθ πριν σκοτωθούν και οι ίδιοι. Αλλά ακινούριες δυνάμεις κακών Ανθρώπων ήρθαν, που τους είχε καλέσει ο Ούλντορ και τους είχε κρυμμένους στους ανατολικούς λόφους. Έτσι οι δυνάμεις του Μαέδρος βρέθηκαν κυκλωμένες τώρα από τρείς πλευρές και οι γραμμές τους έσπασαν και σκόρπισαν και το'βαλαν στα πόδια εδώ κι εκεί. Όμως η μοίρα έσωσε τους γιούς του Φέανορ και, μ'όλο που ήταν όλοι τραυματισμένοι, κανείς τους δεν είχε σκοτωθεί, γιατί συσπειρώθηκαν και, μαζεύοντας κάποια υπολείμματα των Νόλντορ και των Νάνων Ναούγκριμ στο πλευρό τους, άνοιξαν με τα σπαθιά τους δρόμο μέσα στη μάχη και ξέφυγαν ανατολικά, μακριά προς το βουνό Ντόλμεντ.


HighElf_10.jpg
WoodElf_10.jpg
TN-The_Orc-Host_is_Ambushed_in_Brethil.jpg



Συνεχίζεται...


Profile

flesh_and_rain Θοδωρής
Θεσσαλονίκη
Το προφίλ μου

Στους Κόσμους που μεγάλωσα, σήμερα τρέχω να κρυφτώ... Για να επιστρέψω στο σήμερα... και πάλι Δυνατός!

Ημερολόγιο

Δεκέμβριος 2016
ΚΔΤΤΠΠΣ
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031
       
Powered by pathfinder blogs
Get this widget | Share | Track details